Επίσημη Ιστοσελίδα του Προσφυγικού                Σωματείου ' Η Κοντέα "

Επιλογές


Χορός του Σταφυλιού 2019

Facebook

Παρουσίαση βιβλίου "Κοντέα Εστί"

Άγιος Χαράλαμπος 11/2/18

 της Λαμπρής

Έθιμα της Λαμπρής

Οι γυναίκες πολύ πριν άρχιζαν την καθαριότητα. Καθάριζαν τα σπίτια, ξεχόρτιζαν τις αυλές, τα χαντάκια, άσπριζαν τους τοίχους, δηλαδή το χωριό έλαμπε από καθαριότητα για την υποδοχή του Χριστού. Τη Μεγάλη Εβδομάδα συ- νήθιζαν να φτιάχνουν κουλούρια και φλαούνες και να κοκκινίζουν αυγά με την «πογιά». Η «πογιά» ήταν ένα αυτοφυές φυτό που φύτρωνε μέσα στους καλαμιώνες στην κάτω γειτονιά και έβγαζαν τις ρίζες του και με αυτό κοκκί- νιζαν τα αυγά.

Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας και κυρίως τη Μεγάλη Πέμπτη, Μεγάλη Παρασκευή και Μεγάλο Σάββατο η εκκλησία γέμιζε από κόσμο για να παρακολουθήσουν τα Άγια Πάθη του Χριστού. Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί οι κοπέλες γύριζαν το χωριό και μάζευαν από τις οικοκυρές λουλούδια και στόλιζαν τον επιτάφιο. Η ακολουθία της Αποκαθήλωσης και της Ταφής ψαλλόταν η ώρα μία μετά το μεσημέρι. Το βράδυ όσοι μπορούσαν να ψάλ- λουν στέκονταν γύρω από τον Επιτάφιο και ο κάθε ένας έψαλλε ένα στίχο από τους Θρήνους της Παναγίας. Μετά, αυτό εξελίχθηκε σε μικτή χορωδία ανδρών και γυναικών.

Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου τα νεαρά αγόρια κουβαλούσαν ξύλα, συνή- θως κληματζίες, για τη λαμπρατζιά. Τα μεσάνυκτα όταν κτυπούσε η καμπάνα για τον Καλό Λόγο, άναβαν τη λαμπρατζιά για να κάψουν την «καμήλα» και αργότερα τον Ιούδα. Τα μεσάνυκτα όταν χτυπούσε η καμπάνα για την ακο- λουθία της Αναστάσεως, ο κόσμος σηκωνόταν και πήγαινε στην εκκλησία. Κοίταζαν αν έλειπε κανένας, που δεν άκουσε τις καμπάνες για να έρθει και τότε κάποιος πήγαινε να του φωνάξει για να πάει στον Καλό Λόγο. Οι γυναίκες έβγαζαν τους Μάρτηες από τα χέρια των μωρών και τα έριχναν μέσα στη λαμπρατζιά για να καούν. (Οι Μάρτηες είναι κλωστή που έβαζαν την 1η του Μάρτη). Την Κυριακή της Λαμπρής μετά τη λιτή (λιτανεία), που ήταν η απογευματινή ακολουθία της Ανάστασης, οι Κοντέατες έπαιζαν διάφορα παιχνίδια όπως τριάππηδκια, σχοινί, διτζίμι, καττόμουγια κ.ά.

Το σχοινί: Χωρίζονταν σε δύο ομάδες οι «πανταλονάες» με τους «βρακάες» ή παντρεμένοι με τους ελεύθερους και έφερναν αμαξόσχοινο για το τρά- βηγμα. Κάποιος επέβλεπε τη γραμμή, σαν το διαιτητή. Όποια ομάδα τρα- βούσε την άλλη και περνούσε τη γραμμή, ήταν η νικήτρια.

Το διτζίμι: ΄Ηταν μια πέτρα στρογγυλή (διτζίμι), που δεν είχε πιάσμα, αρκετά βαρετή και ολισθηρή και μαζεύονταν οι νέοι, τα παλικάρια και προσπαθούσαν να τη σηκώσουν.

Ο ζίζιρος: Επιλεγόταν κάποιος από την παρέα ο οποίος στεκόταν μπροστά από όλους βάζοντας το ένα χέρι μπροστά από το αυτί με την παλάμη να βλέ- πει προς τα έξω. Κάποιος τον κτυπούσε στην παλάμη και όλοι σήκωναν το χέρι και έλεγαν ζζζζ... Αν μάντευε ποιος τον κτύπησε, τότε αυτός έπαιρνε τη θέση του, αν όχι παρέμενε στην προηγούμενη θέση και συνεχιζόταν το παι- χνίδι με γέλια.

Η καττόμουγια: Έπαιρναν ένα μακρύ σχοινί και στερέωναν το κέντρο του πάνω σε ένα στήριγμα - παλλούκι. Τη μια άκρη του σχοινιού την έδεναν στη μέση αυτού που θα ήταν «η καττόμουγια». Τα μάτια του ήταν δεμένα με μαντίλι για να μη βλέπει και στο χέρι κρατούσε ένα ρούχο που κατέληγε σε κόμπο για να είναι πιο βαρύ και να κυνηγά τον αντίπαλό του. Στην άλλη άκρη του σχοι- νιού ήταν δεμένος ο αντίπαλος παίχτης, ο οποίος κρατούσε και ένα κουδούνι προβάτων, το «τσακκάρι» όπως λέγεται. Αυτός που ήταν δεμένα τα μάτια του φώναζε «πού είσαι στρουθίον» και ο άλλος απαντούσε «εδώ είμαι ιέραξ» και έπαιζε το τσακκάρι. Κινούνταν κυκλικά και το σχοινί κατά τις μετακινήσεις τους έπρεπε να διατηρείται τεντωμένο. Μερικές φορές τα πόδια της «καττό- μουγιας» μπερδεύονταν και έπεφτε κάτω και ο κόσμος γελούσε και διασκέ- δαζε.

Τριάππηδκια: Οι άνδρες του χωριού συνήθιζαν να συναγωνίζονται στα τριάπ- πηδκια. Έπαιρναν φόρα και έκαναν τρία μεγάλα πηδήματα όσο πιο μακριά μπορούσαν. Νικητής ήταν αυτός που έκανε το μεγαλύτερο άλμα. Είναι το ση- μερινό αγώνισμα του τριπλούν.

Οι σούσες: Όταν τέλειωναν με αυτά τα παιχνίδια, πήγαιναν στις «σούσες».

Οισούσες» ήταν οι κούνιες οι οποίες κατασκευάζονταν με χοντρό σχοινί και ένα μακρύ και στερεό ξύλο. Προτιμούσαν σπίτια με «δίχωρο», δηλαδή ευρύ- χωρο δωμάτιο το οποίο είχε πέτρινη καμάρα και στη μέση κρεμόταν ο «τέρ- τσιελος», δηλαδή μεταλλικός χαλκάς. Περνούσαν δύο σχοινιά μέσα από τον«τέρτσιελο» και στην άκρη του κάθε ενός περνούσαν το ξύλο. Συνήθως ανέ- βαιναν τέσσερα άτομα, οι δύο κάθονταν στο κέντρο και οι άλλοι δύο στέ- κονταν στις δύο άκριες και κουνούσαν, «έσουζαν» τη σούσα τραγουδώντας. Το έθιμο ήταν το πρώτο τραγούδι να μιλά για τον νοικοκύρη του σπιτιού.

«Τα σπίδκια που σουζούμαστεν πέτρα να μεν ραΐσει τζι ο νοικοτζύρης του σπιδκιού σιήλια χρόνια να ζήσει. Τα σπίδκια που σουζούμαστε με γύρου-γύρου δέντρα, έχουν ευκενική τζυρά τζαι ευκενικό αφέντη.

Καλώς ήρταμεν τζι ήβραμεν σούσαν τονατισμένη τζιαι που την ετονάτισεν νάν’ σιηλιογρονισμένη».

Ακολουθούσαν διάφορα τραγούδια, ερωτικά ή σατιρικά. Τη Δευτέρα της Λαμ- πρής μαζί με τα πιο πάνω παιχνίδια, γίνονταν και ιπποδρομίες. Όσοι είχαν άλογα έκανα κούρσες. Άρχιζαν από το Ρκός και πήγαιναν μέχρι το σπίτι του Κκέρλαπου. Όλα αυτά γίνονταν στην αυλή της εκκλησίας. Αργότερα όλα με- ταφέρθηκαν στο γήπεδο του χωριού. Εκεί διεξάγονταν και γαϊδουροδρομίες, ποδηλατοδρομίες (αλλά εδώ κέρδιζε εκείνος που ερχόταν τελευταίος), κου- ταλοδρομίες, αγώνες σκοποβολής, αγώνες κλασικού αθλητισμού, ποδοσφαι- ρικοί αγώνες, αρχικά μεταξύ «δεξιών» και «αριστερών» και αργότερα, για να είναι πιο διασκεδαστικό, μεταξύ παντρεμένων και ελεύθερων ή παλαίμαχων και νέων.

 

Απο το βιβλιο " Κοντέα Εστί "  Σελιδα  360