Επιλογές


Παλιές Φωτογ. τής Κοντέας .

Κοντεάτισσα πολύτεκνη μάνα

Facebook

Παρουσίαση βιβλίου "Κοντέα Εστί"

Άγιος Χαράλαμπος 11/2/18

Who's Online

We have 67 guests and no members online

Μνημόσυνο πεσόντων 2018

Μνημόσυνο πεσόντων 2015

Αμπελοκαλλιέργεια

Μια αξιόλογη ασχολία στην Κοντέα ήταν η αμπελοκαλλιέργεια. Αυτή άρχισε στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, δηλαδή το 1850. Σε μικρό βέβαια βαθμό στην αρχή, μετά όμως έφθασε σε πολύ υψηλά επίπεδα, κυρίως από το 1930 μέχρι το 1960. Μετά, όμως, λόγω των ανομβριών, άρχισε η παρακμή και μέχρι το 1974 έμειναν μερικά αμπέλια.

ampeli1

Η ιστορία του αμπελιού στην Κοντέα αρχίζει κάπως έτσι. Ο Ττοφής ο Κοτσιη- νόβουκκος που ήταν μισταρκός του Λαπιέρη αγόρασε και αυτός ένα κομμάτι γη και όταν έγιναν δικά του τα χωράφια, άρχισε την αμπελοκαλλιέργεια. Πρώτα ξε- κίνησαν να βγάζουν λακκούδια να φυτέψουν τα αμπέλια, πράγμα που δεν ήταν και πολύ εύκολο ούτε και είχε μεγάλη επιτυχία. ΄Υστερα έκαμε την εμφάνισή του ένα εργαλείο που το ονόμαζαν Σκάλα. ΄Ηταν ένα σιδερένιο V, που στο κάτω μέρος είχε ένα μυτερό σίδερο και απάνω δύο χέρια. Το πατούσες και άνοιγε στο χώμα μια τρύπα γύρω στη μια ίντζα χοντρή και γύρω στο ένα πόδι βάθος. Εκεί τοποθετούσαν το φυτό, το οποίο ήταν διαλεγμένο από τους καρποφόρους της αμπελιάς. Το φυτό κοβόταν όταν κλαδευόταν το αμπέλι το Γενάρη - Φεβράρη και φυτευόταν τον Απρίλη. Αφού φούσκωναν για πέντε-έξι μέρες το κάτω μέρος του, το έθαβαν πλάγια μες στο χώμα μέχρι την ημέρα που θα γινόταν η φύτευση. Αυτή η διαδικασία της φύτευσης του αμπελιού γινόταν το 1922. Τη χρονιά αυτή, που ήταν αποφράδα για τη Σμύρνη και γενικά για τον Ελληνισμό, ένας Σμυρνιός ονόματι Μιχάλης, τα κατάφερε και γλίτωσε από τη σφαγή που έγινε εκεί και ήρθε πρόσφυγας στην Κοντέα. Ο Μιχάλης ήταν τέλειος αμπελουργός. Φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Δημοσθένη Χʹʹ Νικόλα και ο Σμυρνιός είναι ο πρώτος που δίδαξε την επιστημονική καλλιέργεια του αμπελιού. Ευθυγράμμισε τις γραμμές, και κα- θόρισε την απόσταση μεταξύ των φυτών. Ενώ πριν φυτευόταν σύμφωνα με το μέγεθος του βήματος του φυτευτή, τώρα γινόταν με την ακρίβεια των έξι ποδών. Με τον νέο τρόπο έγινε πιο εύκολη η καλλιέργεια και η ποιότητα του σταφυλιού της Κοντέας ήταν η πρώτη και καλύτερη στην Κύπρο.

Ο πρώτος φυτευτής του αμπελιού που έμεινε γνωστό το όνομά του ήταν ο Νικόλας Σιούφτας. ΄Ενας άντρακλας μεγαλόσωμος και πολύ γερό παλικάρι. Τα πιο πολλά αμπέλια της εποχής του ήταν φυτεία δική του.

΄Οπως λεγόταν, ήταν πολύ δυνατός. Κάποτε τον φόρτωσαν ένα σακί γύψο, που έφτανε τις 300 οκάδες! Απίστευτο, αλλά οι παρόντες παππούδες μας το υπο- στήριξαν με φανατισμό. Αυτό το παλικάρι, λοιπόν, βαστούσε τη «σκάλα» του και κάθε ένα βήμα (μιαν ασσιελιάν) την έμπηγε στην καλά καλλιεργημένη γη και εκεί τοποθετούσε το νέο φυτό του αμπελιού.

Μετά διδάχτηκαν και άλλοι χωριανοί μας όπως οι Κυριάκος και Αντρέας Ππα- τσιάς, Κυριάκος Αδάμου, ο Χαρής Μαυρής (Μισιός) και ο Μηνάς Κκελές..

ampeli2

Ελένη Σέργη-Σανταμά με τον πατέρα της Αντώνη Σανταμά στο αμπέλι τους.

ampeli3

Χριστίνα και Ελένη μαζί με τον πατέρα τους Αντώνη Σανταμά στο αμπέλι τους

Τα πιο παλιά γέρικα αμπέλια, όπως διηγούνταν οι παλιοί, ήταν στη Δανάκα το αμ- πέλι του Χʹʹ Πετρή και στα Νιόλυτα το αμπέλι του Σιούφτα, τα οποία έζησαν μέχρι τη δεκαετία του 1930. Από το 1920 ως το 1960 η Κοντέα ζούσε σε παραλία πρασίνου. Άρχιζε από νοτιοδυτικά, το Παλιοπραστειό, δυτικά η Δανάκα, ως και βόρεια που ενωνόταν με τα Νιόλυτα, μια απόσταση που κάλυπτε περίπου δύο μίλια. Τα σταφύλια τότε ήταν μόνο το μαύρο και το άσπρο (ξυνιστέρι).

Το 1930 η αποικιακή κυβέρνηση διόρισε ως ειδικό αμπελουργό τον Μιχάλη Κάρκα, έτσι υπογραφόταν ο Μιχάλης ο Σμυρνιός. Έγινε τότε το πρώτο μπόλιασμα στο αμπέλι του Χʹʹ Νικόλα με σουλτανίνα και σε μικρή κλίμακα με άλλες ποικιλίες. Το αμπέλι κάλυπτε τρεις σκάλες και ήταν η πρώτη καλλιέργεια, παγκύπρια, επι- τραπέζιων σταφυλιών, υπό την προστασία και επιτήρηση του γεωργικού τμήματος. Μετά έγινε το μπόλιασμα της φράουλας, μιας νέας ποικιλίας σταφυλιού, που ήταν και η πιο διαδεδομένη.

΄Ενας μεγάλος και πολύ δραστήριος έμπορος, ο Σπυρόπουλος, έκανε μεγάλο συ- σκευαστήριο στην περιοχή της εταιρείας αμπελουργίας και εξήγαγε μεγάλες πο- σότητες επιτραπέζιας φράουλας, ροζακιού, σουλτανίνας, αλλά και κοινών σταφυλιών. Συσκευαστήριο έγινε από τον ίδιο και μέσα στους ηλιακούς της εκ- κλησίας του Αγίου Χαραλάμπους. Στη συσκευασία ασχολούνταν οι πιο πολλές γυναίκες του χωριού, ενώ για την αμπελουργία έρχονταν και από τη Λύση. ΄Ηταν, τότε, ο “Χρυσός αιώνας” για την Κοντέα.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε και στην πρώτη εξαγωγή από τα κοινά σταφύλια, δηλαδή άσπρο και μαύρο. Κάθε Πέμπτη, έπρεπε πρωί πρωί να βρεθούν στο λιμάνι της Αμμοχώστου. Από την Τετάρτη πρωί άρχιζε ο τρύγος και η συ- σκευασία. Τα αμπέλια της Κοντέας και της Λύσης ήταν μικτά στην ίδια περιοχή, δηλαδή στη Δανάκα του Αϊ - Γιώρκη όχι της Αγλάσυκας αλλά των Μαντρών που βρισκόταν βόρεια της Κοντέας και συνέχιζαν στα Νιόλυτα, που ήταν και η μεγα- λύτερη έκταση. Στο Παλιοπραστειό ως επί το πλείστον ανήκαν σε Κοντεάτες. Σ’ αυτές λοιπόν τις περιοχές γινόταν σωστό πανηγύρι. Άντρες, γυναίκες και μεγάλα παιδιά λάμβαναν μέρος σ’ αυτό το πανηγύρι. Η συσκευασία γινόταν μέσα σε κο- φίνια που χωρούσαν 20-30 οκάδες.

Η συσκευασία τότε των σταφυλιών για εξαγωγή γινόταν ως εξής: Ο έμπορος πα- ρήγγελλε στους «κοφινάρηδες», σ’ αυτούς που κατασκεύαζαν κοφίνες, αρκετές ποσότητες τις οποίες διένειμε στους αμπελουργούς. Οι κοφίνες αυτές ονομά- ζονταν «κοφίνες του καραβιού», γιατί προορίζονταν να ταξιδέψουν με καράβι. Η εξαγωγή γινόταν στις αραβικές χώρες. Οι αμπελουργοί, αφού τις γέμιζαν, με στα- φύλι βέβαια, τις “εκαλαθκιάζαν”, δηλαδή τους έβαζαν φύλλα του αμπελιού ή χόρτα πάνω από το σταφύλι και τις στερέωναν με σιήζες, δηλαδή με καλάμι μοιρασμένο, μάλλον σχισμένο στα τέσσερα. ΄Ετσι γινόταν τότε η συσκευασία του σταφυλιού. ΄Οπως έλεγαν, έφτανε σε κακά χάλια στον προορισμό του. ΄Ετσι ήταν στοιβαγμένο, είκοσι μέχρι τριάντα οκάδες μέσα στην κάθε κοφίνα. Στο Βαρώσι όπου ήταν το λιμάνι που θα γινόταν η φόρτωση, μεταφερόταν με αμάξια. Φορ- τωνόταν από το αμπέλι το απόγευμα σαν τέλειωνε το γέμισμα και το καλάθκιασμα των κοφινιών και μετά τη δύση του ήλιου ξεκινούσαν για την Αμμόχωστο.

Το αμάξι ήταν τότε το μοναδικό μέσο μεταφοράς. Το έσερναν συνήθως ένα μου- λάρι ή και κάποτε δυο μουλάρια ή άλογο και παλαιότερα όλο βόδια. Το αμάξι που έσερναν τα βόδια λεγόταν“καρρέττα” και αυτό των μουλαριών κάρο. Η πα- ρέλαση αυτών των μέσων της μεταφοράς του σταφυλιού κρατούσε πέραν του ενός ή και δύο μιλιών. Κάθε Πέμπτη που θα είχε πλοίο και θα γινόταν το φόρτωμα του «παμπορκού», όπως συνήθιζαν να λένε, γίνονταν επίταξη όλα τα αμάξια της περιοχής που υπήρχαν αμπέλια, δηλαδή της Κοντέας, Λύσης, Άρσους και Τρε- μετουσιάς. Τα οχήματα αυτά ξεκινούσαν μετά τη δύση του ήλιου, όλα με φανάρια κρεμασμένα απάνω στο αδράκτι του αμαξιού, δηλαδή στο κάτω μέρος. Τη νύχτα, έτσι όπως έμπαιναν στη σειρά με τα φανάρια κρεμασμένα, φαινόταν σαν ένας ατέλειωτος Γαλαξίας. Περνούσαν Λύση, Κοντέα, Κούκλια και Καλοψίδα, που ήταν κάμπος χωρίς στροφές και ανήφορα. Φαίνονταν όλα κατά σειρά μέσα στη νύχτα και αποτελούσαν ένα υπέροχο θέαμα. Οι οδηγοί, οι πιο πολλοί περπατούσαν πλάι στο όχημά τους, ελάχιστοι κάθονταν πάνω στο αμάξι τους. Το ταξίδι διαρ- κούσε 8-10 ώρες. Στην Αμμόχωστο έφθαναν πολύ πρωί,«γέννημα νήλιου». ΄Ολη αυτή η παρέλαση, που χωρίς υπερβολή ξεπερνούσε τα πεντακόσια αμάξια, έπρεπε να περάσει από τη νότια πύλη της εντός των τειχών πόλης, να διασχίσει όλη την Αμμόχωστο και να φθάσει στην ανατολική πύλη που οδηγούσε στο λι- μάνι. Τότε ήταν οι μοναδικές πύλες. Μετά την άφιξη άρχιζε το ζύγισμα όλων των κοφινιών. Κάθε αμάξι μετέφερε 8-10, τα πιο μεγάλα 12 κοφίνια. Έπρεπε όλα να ξεφορτωθούν και να ζυγιστούν και κάθε χωριό είχε τον υπεύθυνό του. Της Κον- τέας ήταν ο Αντώνης Χωματένος, που αντιπροσώπευε έναν έμπορο, τον Κ. Κουννά. Ο Χωματένος έπρεπε να παρευρεθεί εκεί όπου θα γινόταν το ζύγισμα και το φόρτωμα. Πώς τα έβγαζε πέρα με αυτές τις χιλιάδες κοφίνια, το καθένα με τις οκάδες του και τον αμπελουργό που το γέμισε! Θεωρείτο άσσος στη δουλειά αυτή. Μα κάποτε τα βρήκε σκούρα. Ο έμπορος που αντιπροσώπευε χρεοκόπησε και οι αμπελουργοί ήξεραν τον Χωματένο υπόχρεο να πληρώσει τα σταφύλια. Σε πολλούς δεν περνούσαν οι εξηγήσεις που έδινε ο Χωματένος. Καταλάβαιναν ότι η τιμιότητα και η ακεραιότητα του Χωματένου ήταν αναμφί- βολη. Αλλά δεν αρκούνταν σε αυτό. Μερικοί για να πληρωθούν έκλεφταν από το περβόλι του Χωματένου οτιδήποτε. Ο Χωματένος αγόγγυστος και με το χα- μόγελο δεχόταν τα δήθεν αντίποινα.

Μέχρι το μεσημέρι διαρκούσε η διαδικασία ζύγισης. Τα κοφίνια μετά το ζύγισμα τα έπαιρναν οι αχθοφόροι (χαμάληδες) και τα φόρτωναν πάνω σε πλοία ή με- γάλα καράβια. Γι΄ αυτό τα κοφίνια ονομάζονταν“κοφίνες του καραβκιού”. Ήταν μιας χρήσης και γίνονταν εργολαβικώς από καλαθοποιούς της Κοντέας και της Λύσης, καθώς και των άλλων χωριών που λάμβαναν μέρος στην εξαγωγή, καθώς και των Κοκκινοχωριών.

Το 1939 ένας γιος του Χʹʹ Παναή, ο Ττοφής, αποφασίζει και κάμνει μια εταιρεία (Κυπριακή Αμπελουργία) από διάφορους Βαρωσιώτες και Λυσιώτες και φυ- τεύουν αρκετές σκάλες αμπέλια. Ξεκίνησαν με 40 σκάλες πρώτα και μετά επε- κτάθηκαν γύρω στις 150-200. Φυτεύτηκαν κυρίως σουλτανίνα και άρχισε η μεγάλη εξαγωγή στην Ευρώπη, προπάντων στην Αγγλία. Ο πρώτος έμπορος στα- φυλιού από την Κοντέα ήταν κάποιος Χʹʹ Λίλης που έκανε εξαγωγές σε ανατο- λικές χώρες, όπως η Αίγυπτος και αλλού. Τα σταφύλια, εκτός της εξαγωγής, πωλούνταν και σε όλα τα χωριά της Μεσαορίας, όπως Πραστειό, Περιστερωνο- πηγή, Λευκόνοικο, Τρίκωμο και άλλα. Από τα χωριά αυτά έρχονταν και μικρο- πωλητές με δύο κοφίνια πάνω σε γαϊδούρια και αγόραζαν σταφύλια για να τα μεταπωλήσουν. Αυτοί λέγονταν ακαμάτες και μεταξύ τους υπήρχαν και Τούρκοι. Μερικοί νοικίαζαν αμπέλια και αναλάμβαναν και τον τρύγο.

Επίσης, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούν και τα παράγωγα του σταφυλιού.

΄Ολοι όσοι είχαν αμπέλι έκαναν το κρασί τους, τη ζιβανία, τις σταφίδες και στα- φίδια (σταφίδια είναι αυτά που γίνονταν πάνω στο αμπέλι από υπερωρίμανση). Επίσης, έκαναν σουτζιούκκο, κκιοφτέρια, έψημον (μέλι με χυμό του σταφυλιού).

΄Ολα αυτά, εκτός από τροφή, ήταν και τα θερμαντικά κατά τον χειμώνα.